σαπροξυλόβιος

-α, -ο, Ν
βιολ. (για οργανισμό) αυτός που ζει μέσα ή πάνω σε σάπιο ξύλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. saproxylobios (< σαπρός + ξύλο + βίος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.